ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ:ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Γράφτηκε από ΣΤΕΦΑΣ Μ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ :: [Παρασκευή, 14 Ιούλιος 2017 18:06]
ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ:ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Καταρράκτης είναι η θόλωση του φυσικού φακού του οφθαλμού που μπορεί να επηρεάζει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό την οπτική ικανότητα των πασχόντων και τη δυνατότητα επιτέλεσης βασικών καθημερινών τους ασχολιών.

Ο φακός βρίσκεται πίσω από την ίριδα και φυσιολογικά είναι διαυγής, συμμετέχοντας μαζί με τον κερατοειδή χιτώνα στην εστίαση των παρατηρούμενων αντικειμένων στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, το αισθητήριο όργανο της όρασης.
Ανάλογα με τη θέση της θόλωσης διακρίνεται κυρίως σε :
• Πυρηνικό καταρράκτη αν η θόλωση αφορά στο κεντρικό τμήμα του φακού (πυρήνα)
• Φλοιώδη καταρράκτη αν η θόλωση αφορά στο περιφερικό τμήμα του φακού (φλοιό)
• Οπίσθιο καψικό καταρράκτη αν η θόλωση αφορά στο οπίσθιο τμήμα του φακού κοντά στο περιφάκιο (κάψα)
Εκτός των βασικών αυτών τύπων καταρράκτη υπάρχουν κι άλλοι τύποι με περιγραφικά ονόματα της μορφολογίας του φακού (πχ αστεροειδής, σταγονοειδής, μέλας, υπερώριμος κα)

Αν η πάθηση δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.
Συμπτώματα του καταρράκτη
Οι περισσότεροι ασθενείς με καταρράκτη παραπονιούνται για :
• Θολή, ομιχλώδη ή συγκεχυμένη όραση.
• Αλλαγή στην φωτεινότητα ή την ένταση των χρωμάτων (ξεθώριασμα).
• Δυσκολία στην βραδινή οδήγηση (φωτοστέφανα γύρω από φώτα)
• Φωτοευαισθησία ή ενόχληση σε έντονη ηλιοφάνεια.
• Συχνές αλλαγές στους βαθμούς των γυαλιών (ατελής διόρθωση).
• Απροσδόκητη βελτίωση κοντινής όρασης ηλικιωμένων σε σχέση με άτομα της ίδιας ηλικίας

Η εξέλιξη των συμπτωμάτων είναι συνήθως αργή και συχνά ετερόπλευρη οπότε και γίνεται δύσκολα αντιληπτή από τον ασθενή.
Αίτια του καταρράκτη
Ο καταρράκτης σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό είναι προϊόν εκφυλιστικής αλλοίωσης του φακού λόγω της ηλικίας. Περίπου το 70% ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών έχει ή θα εμφανίσει γεροντικό καταρράκτη.
Όμως, υπάρχουν και περιπτώσεις που η θόλωση του φακού εμφανίζεται και σε νεώτερα άτομα. Εκεί ο καταρράκτης μπορεί να οφείλεται σε άλλα αίτια::
• Φλεγμονώδους αιτιολογίας (από ραγοειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα ή άλλες οφθαλμικές παθήσεις)
• Φαρμακευτικής αιτιολογίας (από μακρά χρήση φαρμάκων όπως κορτιζόνης)
• Τοξικής αιτιολογίας (από παρατεταμένη ηλιοέκθεση)
• Δευτεροπαθούς αιτιολογίας από συστηματικές παθήσεις (Σακχαρώδη διαβήτη, υπερλιπιδαιμία)
• Τραυματικής αιτιολογίας (από παλαιότερο τραύμα οφθαλμού)
• Συγγενούς αιτιολογίας (σπάνια) σε βρέφη.
Διάγνωση του καταρράκτη
Για τη διάγνωση του καταρράκτη απαιτείται πλήρης οφθαλμολογική εξέταση, που τυπικά περιλαμβάνει:
• εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία,
• εκτίμηση της μέγιστης οπτικής οξύτητας με ή χωρίς διαθλαστική διόρθωση,
• μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και
• βυθοσκόπηση υπό μυδρίαση.
Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν κι ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις για τη συνεκτίμηση άλλων συνοδών οφθαλμικών παθήσεων ή συστηματικών νόσων (πχ OCT, ΗRT, οπτικά πεδία, αγγειογραφία) που μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της θεραπείας.
Πρόληψη του καταρράκτη
Για την πρόληψη κατά του καταρράκτη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες που πρέπει να ακολουθηθούν, αφού δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο τι τον προκαλεί.
Ωστόσο, διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούμε να καθυστερήσουμε την εξέλιξή του καταρράκτη με προληπτικά μέσα όπως:
• Αποφυγή της παρατεταμένης ηλιοέκθεσης και χρήση πιστοποιημένων γυαλιών ηλίου με επαρκή προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία.
• Διακοπή του καπνίσματος.
• Διατήρηση του σωματικού βάρους σε χαμηλά όρια κιλών με σωματική άσκηση κι ισορροπημένη δίαιτα που να περιλαμβάνει λαχανικά και φρούτα (δηλαδή φυσικές πηγές βιταμινών και θρεπτικών αντιοξειδωτικών ουσιών).
• Ρύθμιση άλλων συνοδών προβλημάτων υγείας που επιταχύνουν την πρόοδο του καταρράκτη π.χ. του σακχαρώδη διαβήτη, της υπερλιπιδαιμίας κα.
• Αποφυγή μακροχρόνιας λήψης φαρμάκων που επιταχύνουν τη θόλωση του φακού (πχ. κορτιζόνης, αντισυλληπτικών, αντιαρρυθμικών κα)
Θεραπεία του καταρράκτη
Η θεραπεία του καταρράκτη είναι κατά κανόνα χειρουργική
Μετά τα 60 έτη, όπου συνήθως η βλάβη επιταχύνεται, η ετήσια οφθαλμολογική εξέταση είναι επιβεβλημένη ώστε ο θεράπων ιατρός να υποδείξει τον κατάλληλο χρόνο για την εκτέλεση της επέμβασης με ασφάλεια και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.
Ο καταρράκτης συνήθως αρχίζει σαν μια μικρή υποκλινική θόλωση του φακού που προοδευτικά μεγαλώνει και τελικά γίνεται πυκνότερος. Η διαδικασία ωρίμανσης μπορεί να διαρκέσει μήνες ή ακόμα και χρόνια. Ο χρόνος της επέμβασης επιλέγεται από τον ασθενή πάντα σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό του.
Η παλιότερη θεωρία ότι ο καταρράκτης πρέπει να ωριμάσει για να αφαιρεθεί ο φακός, έχει σήμερα εγκαταλειφθεί αφού ένας προχωρημένος (ώριμος) καταρράκτης είναι ιδιαίτερα σκληρός / πυκνός και δυσκολεύει ή συχνά θέτει σε κίνδυνο επιπλοκών την ασφαλή ολοκλήρωση της επέμβασης με την επικρατούσα μέθοδο της φακοθρυψίας . Άλλωστε, ένας πολύ πυκνός καταρράκτης καθιστά σχεδόν αδύνατη τη μελέτη του βυθού από τον οφθαλμίατρο ή συχνά επικαλύπτει συμπτώματα άλλων σοβαρών παθήσεων του βυθού (πχ ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας ή διαβητικές αλλοιώσεις) που αποδιδόμενα λανθασμένα στη θόλωση του φακού μπορούν να υποκρύψουν δυσάρεστες, μη αναστρέψιμες, καταστάσεις για την όραση (γλαύκωμα, αιμορραγία, αποκόλληση, τύφλωση).
Ο εξειδικευμένος οφθαλμίατρος, με την πλήρη κλινική εξέταση, προσδιορίζει την αιτία, το είδος, τη θέση και την εξέλιξη της θολερότητας του φακού, ή ακόμα εντοπίζει άλλα συνοδά οφθαλμολογικά προβλήματα με παρόμοια συμπτωματολογία.
Μέσα από τη συλλογή στοιχείων του ατομικού ιστορικού του ασθενούς ελέγχει τη γενική κατάσταση της υγείας του, σκιαγραφεί το εργασιακό και κοινωνικό προφίλ του (συνήθειες, μόρφωση, εργασιακές απαιτήσεις κα) και εκτιμά τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της βλάβης στην καθημερινότητά του, ώστε να του προτείνει το χρόνο που εκείνος θεωρεί καταλληλότερο ώστε να χειρουργήσει με ασφάλεια και καλές πιθανότητες επιτυχίας το περιστατικό.

Γενικά, o καταρράκτης χειρουργείται όταν η θόλωση του φακού επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές δραστηριότητες του πάσχοντος (εργασία, διάβασμα, οδήγηση, περπάτημα κα) κι εφόσον η γενική κατάσταση της υγείας του το επιτρέπει.

Eπέμβαση καταρράκτη με φακοθρυψία
Τα τελευταία χρόνια η επικρατούσα χειρουργική τεχνική είναι αυτή της φακοθρυψίας δια μικρής τομής, χωρίς χρήση ραμμάτων υπό τοπική αναισθησία.
Γίνεται με κατάτμηση του θολωμένου φακού με τη βοήθεια στειλεού υπερήχων και ταυτόχρονη αναρρόφηση των τεμαχιδίων. Στη θέση του αφαιρεθέντος φακού και δια της ίδιας μικρής τομής τοποθετείται ακρυλικός ενδοφακός κατάλληλης διαθλαστικής ισχύος (που έχει υπολογισθεί προεγχειρητικά με βιομετρία) προς αποκατάσταση της καλύτερης δυνατής οπτικής οξύτητας του ασθενούς.
Στις μέρες μας υπάρχουν πολλές επιλογές ενδοφακών που δίνουν λύση σε όλα σχεδόν τα διαθλαστικά σφάλματα (μυωπία, υπερμετρωπία κι αστιγματισμό) αλλά και την ηλικιακή διαταραχή της προσαρμογής (πρεσβυωπία)

Σε περίπτωση πάθησης και των δύο οφθαλμών η επέμβαση γίνεται ξεχωριστά για κάθε μάτι σε δύο χρόνους (συνήθως με μεσοδιάστημα 10-15 ημερών) και σπάνια ταυτόχρονα).
Πλεονεκτήματα της φακοθρυψίας:
Η φακοθρυψία είναι η πιο συχνή αλλά κι επιτυχημένη (96%) χειρουργική επέμβαση σε όλο το χώρο της Ιατρικής.
• Είναι σύντομη (διαρκεί 20-30min) και δεν απαιτεί την νοσηλεία του ασθενούς.
• Πραγματοποιείται δια εξαιρετικά μικρής τομής (<3mm), με τοπική αναισθησία (σταγόνες), χωρίς τη χρήση ραμμάτων που περιορίζει τις μετεγχειρητικές επιπλοκές (πχ τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, τον μετεγχειρητικό αστιγματισμό κα)
• Οι διεγχειρητικές και μετεγχειρητικές επιπλοκές είναι σπάνιες κι αντιμετωπίζονται εύκολα ανάλογα με την εμπειρία του χειρουργού
• Με την επιλογή ειδικών ενδοφακών μπορεί να περιοριστεί ή και να εξαλειφθεί η ανάγκη χρήσεως γυαλιών μετεγχειρητικά.
• Ο ασθενής επιστρέφει στις περισσότερες ασχολίες του σχεδόν άμεσα, με στοιχειώδεις προφυλάξεις και με απλές μετεγχειρητικές οδηγίες για 15-20 περίπου ημέρες που αφορούν κυρίως στην τακτική χρήση κολλυρίων (αντιβιοτικών, αντιφλεγμονωδών, τεχνητών δακρύων), στην προστασία επαφής με νερό, σαπούνι, ατμό και καπνό, αποφυγή μολύνσεων, άρσης βάρους, σφιξίματος κι επίκυψης.
• Η ανάκτηση καλής όρασης ξεκινά πολύ γρήγορα (από την επόμενη κιόλας ημέρα) και το τελικό οπτικό αποτέλεσμα σταθεροποιείται σε δύο περίπου εβδομάδες.
• Ο κίνδυνος μολύνσεων ή απώλειας όρασης με τα σύγχρονα πρωτόκολλα ασφαλείας είναι σχεδόν μηδαμινός.

Από τον Οφθαλμίατρο ΣΤΕΦΑ ΣΤΕΦΑΝΟ

Social share

Αρχειοθέτηση

Our website is protected by DMC Firewall!